Marc, chapitres :



Texte Grec (D05)

1.

Καὶ ἦλθον εἰς τὸ πέραν [..] καὶ εἰς τὴν χώραν τῶν Γερασηνῶν.

2.

καὶ

ἐξελθόντωνParticipe aoriste actif , génitif, masculin/neutre pluriel
αὐτῶνPronom possessif masculin, féminin, neutre pluriel, génitif.
ἐκ τοῦ πλοίου, εὐθέως ὑπήντησεν αὐτῷ ἄνθρωπος ἐκ τῶν μνημείων ἐν πνεύματι ἀκαθάρτῳ,

3.

ὃς εἶχεν τὴν κατοίκησιν ἐν τοῖς

μνημείοιςSubstantif pluriel neutre, datif
· καὶ οὐδὲ
ἁλύσεσινSubstantif féminin pluriel, datif
οὐκέτι οὐδεὶς αὐτὸν ἐδύνατο δῆσαι,

4.

ὅτιConjonction
[.] πολλάκις αὐτὸν
δεδεμένονParticipe parfait moyen /passif, accusatif masculin singulier.
πέδες καὶ ἁλύσεσιν
ἐνPréposition
αἲςPronom féminin pluriel, datif
ἔδησαν3eme pers pl aor ind act.
διεσπακέναιInfinitif parfait actif.
[..] καὶ τὰς πέδας
συντετρῖφέναιInfinitif parfait actif.
, καὶ
μηδέναPronom neutre pluriel, nominatif/accusatif.
αὐτὸν ἴσχυ[ε]ν δαμάσαι.

5.

[..] νυκτὸς δέ καὶ ἡμέρας ἐν τοῖς ὄρεσιν καί ἐν τοῖς

μνήμείοιςSubstantif pluriel neutre, datif
ἦν κράζων καὶ κατακόπτων ἑαυτὸν λίθοις.

6.

ἰδὼν δέ τὸν Ἰην ἀπὸ μακρόθεν ἔδραμεν καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ

7.

καὶ κράξας φωνῇ μεγάλῃ

εἶπεν3e pers sg aor ind act.
· Τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰηῦ υἱὲ τοῦ Θῦ τοῦ ὑψίστου; ὁρκίζω σε τὸν θν, μή με βασανίσῃς.

8.

ἔλεγεν γὰρ αὐτῷ

ὁ ἸηςNomina sacra, vocatif.
· ἔξελθε τὸ πνεῦμα τὸ ἀκάθαρτον ἐκ τοῦ ἀνθρώπου.

9.

καὶ ἐπηρώτα αὐτόν· τί σοι ὄνομά

ἐστιν;3e pers sg pres. ind act.
καὶ
ἀπεκρίθη3eme personne du singulier, indicatif  aoriste passif.
·
ἐστιν3e pers sg pres. ind act.
μοι ὄνομά λεγιὼν, ὅτι πολλοί ἐσμεν.

10.

καὶ παρεκάλει αὐτὸν πολλὰ ἵνα μὴ

αὐτοὺςPronom pers masc plur acc.
ἀποστείλῃ ἔξω τῆς χώρας.

11.

ἦν δὲ ἐκεῖ πρὸς τῷ ὄρει ἀγέλη χοίρων [.] βοσκομένη·

12.

καὶ

παρεκάλου[ν3e personne du pluriel, imparfait indicatif actif.
αὐ]τὸν
τὰArticle pluriel neutre, nom/acc.
δαιμόνιαSubstantif neutre pluriel, nom/acc.
εἰπόνταParticipe aoriste actif neutre pluriel, nominatif/accusatif
· Πέμψον ἡμᾶς εἰς τοὺς χοίρους,
ἵνα εἰς αὐτοὺς ἀπέλθωμεν.

13.

καὶ εὐθέως Κς

ἸηςNomina sacra, abréviation du nominatif Ἰησοῦς.
ἔπεμψεν3e personne du singulier, indicatif aoriste actif.
αὐτοὺςPronom, 3eme personne du pluriel, accusatif masculin.
εἰςPréposition
τοὺςArticle masculin pluriel, accusatif.
χοίρουςSubstantif pluriel masculin nominatif/accusatif.
. καὶ ἐξελθόντα τὰ πνεύματα τὰ ἀκάθαρτα εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν, ὡς δισχίλιοι, καὶ ἐπνίγοντο ἐν τῇ θαλάσσῃ.

14.

οἱ δὲ βόσκοντες αὐτοὺς ἔφυγον καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς· καὶ ἐξῆλθον ἰδεῖν τί ἐστιν τὸ γεγονός.

15.

καὶ ἔρχονται πρὸς τὸν Ἰην, καὶ θεωροῦσιν

αὐτὸνPronom masculin singulier, accusatif.
, τὸν δαιμονιζόμενον καθήμενον [.] ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα, [...], καὶ ἐφοβήθησαν.

16.

διηγήσαντο δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐγένετο

αὐτῷPronom 3e pers. masc/neut. sg. dat.
τῷ δαιμονιζομένῳ καὶ περὶ τῶν χοίρων.

17.

καὶ [.]

παρεκάλουν3e personne du pluriel, imparfait indicatif actif.
αὐτὸν
ἵναConjonction
ἀπέλθῃ3e pers sg aor subj act.
ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν.

18.

καὶ ἐμβαίνοντος αὐτοῦ εἰς τὸ πλοῖον

ἤρξατο3e personne du singulier, indicatif aoriste actif.
παρεκάλεῖνInfinitif  présent, actif
αὐτὸν ὁ δαιμονισθεὶς ἵνα
3e pers sg pres subj act.
μετ' αὐτοῦ .

19.

ὀ δὲ

ἸηςNomina sacra, abréviation du nominatif Ἰησοῦς.
οὐκ ἀφῆκεν αὐτόν, καὶ
εἶπεν3e personne du singulier, indicatif aoriste actif.
αὐτῷ· Ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου πρὸς τοὺς σοὺς καὶ διαγγειλον αὐτοῖς ὅσα σοι
ΘςNomina sacra, nominatif masculin singulier, abréviation de Θέος.
ἐποίησεν3e personne du singulier, indicatif aoriste actif.
καὶ
ὅτιConjonction
ἠλέησέν σε.

20.

καὶ ἀπῆλθεν καὶ ἤρξατο κηρύσσειν ἐν τῇ Δεκαπόλει ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰης, καὶ πάντες ἐθαύμαζον.

21.

Καὶ διαπεράσαντος τοῦ Ἰηῦ [...] εἰς τὸ πέραν πάλιν συνήχθη ὄχλος πολὺς

πρὸςPréposition
αὐτόν [..] παρὰ τὴν θάλασσαν.

22.

Καὶ ἔρχεται

τιςPronom pers. masc. sg. nom.
τῶν ἀρχισυναγώγων, [..], καὶ
προσέπεσεν3e personne du singulier, indicatif aoriste actif.
πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ,

23.

παρακάλωνparticipe pres. act. masc. sg. nomin.
αὐτὸν καὶ [.] λέγων [.]· τὸ θυγάτριόν μου ἐσχάτως ἔχει
ἐλθέ2e personne du singulier, Impératif aoriste actif.
ἆψαιInfinitif aoriste actif.
αὐτῆςPronom possessif, 3e personne, féminin singulier, génitif.
ἐκPréposition
τῶνArticle masculin ou neutre pluriel, génitif.
χείρωνSubstantif pl, masc, gen.
σουPronom personnel,  2ème personne du singulier, masculin/feminin, genitif .
ἵνα σωθῇ καὶ ζήσῇ.

24.

καὶ

ὑπῆγεν 3e pers sg, imparfait ind act.
μετ' αὐτοῦ· καὶ ἠκολούθει αὐτῷ ὄχλος πολύς, καὶ συνέθλιβον αὐτόν.

25.

Καὶ γυνή,

τιςPronom masculin/féminin singulier, nominatif.
οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἔτη δώδεκα,

26.

Pronom relatif féminin singulier, nominatif.
πολλὰ παθοῦσα ὑπὸ πολλῶν ἰατρῶν καὶ δαπανήσασα τὰ [.]
ἑαυτῆςPronom réfléchi, 3e pers., féminin singulier, génitif.
πάντα, καὶ μηδὲν ὠφεληθεῖσα, ἀλλὰ μᾶλλον
ἐπὶPréposition
τὸ χεῖρον [.].

27.

ἀκούσασα περὶ τοῦ Ἰηῦ, ἐλθοῦσα ὄπισθεν καὶ ἥψατο τοῦ ἱματίου αὐτοῦ ἐν τῷ ὄχλῷ

28.

λέγουσαParticipe présent passif, féminin singulier, nominatif.
[.]
ἐνPréposition
ἑαυτῇPronom réfléchi, féminin singulier, 3e pers.,datif.
ὅτι κἃν
τοῦArticle masc/neutre, sg, gen.
ἱματίουSubstantif neutre, sg, gen.
ἐαυτοῦPronom réfléchi masculin singulier, genitif.
ἅψωμαι, σωθήσομαι.

29.

καὶ εὐθέως ἐξηράνθη ἡ πηγὴ τοῦ αἵματος αὐτῆς, καὶ ἔγνω τῷ σώματι ὅτι ιαται ἀπὸ τῆς μάστιγος.

30.

καὶ εὐθέως ἐπιγνοὺς καὶ ὁ Ἰης [..] τὴν δύναμιν ἐξελθοῦσαν

ἀπ᾽Préposition
αὐτοῦPronom possessif masc. sg. gen.
, καὶ ἐπιστραφεὶς ἐν τῷ ὄχλῳ
εἶπεν3e personne du singulier, indicatif aoriste actif.
· Τίς ἥψατο τῶν ἱματίων μου;

31.

οἱ δὲ μαθηταὶ αὐτοῦ

λέγουσιν3e personne du pluriel, indicatif présent actif.
αὐτῷ· Βλέπεις τὸν ὄχλον συνθλίβοντά σε, καὶ λέγεις· τίς μου ἥψατο;

32.

καὶ περιεβλέπετο ἰδεῖν τὴν τοῦτο ποιήσασαν.

33.

ἡ δὲ γυνὴ φοβηθεῖσα καὶ τρέμουσα,

διὸConjonction
πεποιήκει3e personne du singulier plus que parfait, indicatif actif.
λάθραAdverbe
εἰδυῖα ὃ γέγονεν αὐτῇ, ἦλθεν καὶ προσέπεσεν αὐτῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν.

34.

ὁ δὲ

ἸηςNomina sacra, abréviation du nominatif Ἰησοῦς.
εἶπεν αὐτῇ· Θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέν σε· ὕπαγε εἰς εἰρήνην, καὶ ἴσθι ὑγειὴς ἀπὸ τῆς μάστιγός σου.

35.

Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχονται ἀπὸ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγοντες

αὐτῷPronom 3e pers. masc/neut. sg. dat.
ὅτι Ἡ θυγάτηρ σου ἀπέθανεν· τί ἔτι σκύλλεις τὸν διδάσκαλον;

36.

ὁ δὲ Ἰης

ἀκούσαςParticipe aoriste actif, masculin singulier, nominatif.
τοῦτονAdjectif masculin singulier, accusatif.
τὸν λόγον [.] λέγει τῷ ἀρχισυναγώγῳ· Μὴ φοβοῦ, μόνον πίστευε.

37.

καὶ οὐκ ἀφῆκεν οὐδὲ ἕνα παρακολουθῆσαι αὐτῷ εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν

αὐτοῦPronom possessif masc. sg. gen.
.

38.

καὶ ἔρχονται εἰς

τὴνArticle fem. sg. nom.
οἶκίανSubstantif fem. sg. acc.
τοῦ ἀρχισυναγώγου, καὶ
ἐθεωρεῖ3e pers sg, imparfait ind act.
θόρυβον [.]
κλαιόντωνParticipe présent actif, génitif pluriel, masculin/neutre.
καὶ
ἀλαλαζόντωνParticipe présent actif, génitif pluriel, masculin/neutre.
πολλά,

39.

καὶ εἰσελθὼν λέγει αὐτοῖς· Τί θορυβεῖσθε καὶ

τίPronom interrogatif accusatif neutre, singulier
κλαίετε; τὸ παιδίον οὐκ ἀπέθανεν ἀλλὰ καθεύδει.

40.

οἱPronom masculin pluriel, nominatif.
δέ κατεγέλων αὐτοῦ. αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν
τοὺςArticle masculin pluriel, accusatif.
ὄχλουςSubstantif pluriel masculin nominatif/accusatif.
ἔξωAdverbe
παραλαμβάνει τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα τοῦ παιδίου καὶ τοὺς μετ' αὐτοῦ
ὄνταςParticipe présent actif, masculin pluriel, accusatif
. καὶ
εἰσπορεύετο3e pers. sg imparf. ind. moy/passif.
ὅπου ἦν τὸ παιδίον.

41.

καὶ κρατήσας

τῆνArticle fem. sg. nom.
χεῖραSubstantif fem. sg. acc.
τοῦ παιδίου λέγει αὐτῇ ῥαββί · Θαβιθά
κοῦμι2e personne du singulier, présent impératif actif.
, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον· Τὸ κοράσιον, σοὶ λέγω ἔγειρε.

42.

καὶ εὐθέως ἀνέστη τὸ κοράσιον καὶ περιεπάτει· ἦν δὲ ἐτῶν δώδεκα.  καὶ ἐξέστησαν

πάντεςAdjectif, masculin pluriel, nominatif.
ἐκστάσει μεγάλῃ.

43.

καὶ διεστείλατο αὐτοῖς [.] ἵνα  μηδεὶς γνοῖ τοῦτο· καὶ εἶπεν

δοῦναιInfinitif aoriste actif.
αὐτῇ φαγεῖν.